Τετάρτη, 25 Οκτωβρίου 2017

Νικόλαος Λουκάς: 26 Οκτωβρίου 1912: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης

26 Οκτωβρίου 1912: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης


Όπως είναι γνωστό, η Ελλάδα, η Σερβία, η Βουλγαρία και το Μαυροβούνιο το καλοκαίρι του 1912 συγκρότησαν συμμαχία με σκοπό την απελευθέρωση των υπόδουλων χριστιανικών λαών της Βαλκανικής Χερσονήσου από την οθωμανική αυτοκρατορία.

Έτσι ζητήθηκε η εισαγωγή ριζικών μεταρρυθμίσεων υπέρ των λαών αυτών (30/9/1912). Η Τουρκία άρχισε να κωλυσιεργεί και προσπάθησε με μυστικές διαπραγματεύσεις να αποσπάσει τη χώρα μας από τη συμμαχία αυτή. Ως αντάλλαγμα για την ουδετερότητα της Ελλάδας, παραχωρούσε την Κρήτη. 


Ωστόσο η απόφαση της ελληνικής πλευράς δεν άλλαξε. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, όπως έλεγε, δεν ήθελε η «Ελλάς να μείνει εσαεί εις την Μελούναν» (Η Μελούνα αποτελεί διάβαση στις νοτιοδυτικές απολήξεις του Κάτω Ολύμπου, μεταξύ των πεδιάδων Λάρισας και Ελασσόνας, όπου βρισκόταν ως τότε η συνοριακή γραμμή μεταξύ Ελλάδας-Οθωμανικής αυτοκρατορίας).

Στις 17/9/1912 (όλες οι ημερομηνίες που αναφέρουμε είναι με το παλαιό ημερολόγιο), δημοσιεύτηκε το διάταγμα της γενικής επιστράτευσης, η οποία ολοκληρώθηκε ως τις 5/10. Ο διάδοχος Κωνσταντίνος διορίστηκε αρχιστράτηγος και ο στρατηγός Π. Δαγκλής γενικός επιτελάρχης. Στο γενικό στρατηγείο τοποθετήθηκαν ο αντισυνταγματάρχης Β. Δούσμανης και οι λοχαγοί Ιωάννης. Μεταξάς,(Ο μετέπειτα Πρωθυπουργός του ΟΧΙ) ο Ξενοφών Στρατηγός, Πάλλης και Εξαδάκτυλος.

Τόσο οι Τούρκοι όσο και οι μεγάλες δυνάμεις είχαν μάλλον υποτιμήσει τον Ελληνικό στρατό, ιδίως μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897.
Ωστόσο, ιδιαίτερα μετά την Επανάσταση στο Γουδί (1909), τα πράγματα είχαν αλλάξει…Στις 5 Οκτωβρίου 1912, ο ελληνικός στρατός ξεκινώντας από τα σύνορα της ανατολικής Θεσσαλίας, μπήκε στο τουρκικό έδαφος…
Η προέλαση του ελληνικού στρατού

Οι Τούρκοι δεν μπόρεσαν να κρατήσουν τη Μελούνα. Ωστόσο, στην Ελασσόνα υπήρξε μεγάλη αντίσταση. Μετά από λυσσαλέα μάχη, ο στρατός μας ελευθέρωσε την πόλη, και προχώρησε προς την Στρατηγικής σημασίας αμυντική τοποθεσία των στενών του Σαρανταπόρου η οποία σχεδιάστηκε από Γερμανούς Αξιωματικούς τους οποίους χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι γι’ αυτό το σκοπό καθώς και για την οργάνωση της τοποθεσίας του Μπιζανίου το 1912-1913.
Η μάχη είχε διάρκεια δύο ημέρες και ο στρατός μας πέτυχε μεγάλη νίκη, η οποία προκάλεσε αίσθηση στους ξένους στρατιωτικούς παρατηρητές, που πίστευαν ότι απαιτείται τουλάχιστον ένας μήνας για την εκπόρθηση των στενών.
Τις επόμενες ημέρες, απελευθερώθηκαν τα Σέρβια, όπου οι Τούρκοι λίγο πριν την εσπευσμένη αποχώρησή τους, εκτέλεσαν πέντε ιερείς και 70 πρόκριτους. Ακολούθησαν η Κοζάνη, η Σιάτιστα, η Κατερίνη, τα Γρεβενά και η Βέροια. Η πορεία του ελληνικού στρατού συνεχίστηκε και η επόμενη μάχη δόθηκε για την κατάληψη των Γιαννιτσών.

Τα Γιαννιτσά ήταν ιερή πόλη για τους μουσουλμάνους. Η φρουρά τους αποτελούνταν από 150 μόνο άντρες. Η προέλαση των ελληνικών δυνάμεων όμως θορύβησε το Τουρκικό επιτελείο, το οποίο την ενίσχυσε με εφέδρους από τη Μ. Ασία, εφέδρους από τη Θεσσαλονίκη και άλλες δυνάμεις (XIV Μεραρχία Σερρών κ.ά). Συνολικά πλέον, στα Γιαννιτσά υπήρχαν περίπου 25.000 Τούρκοι στρατιώτες και 30 πυροβόλα.

Τελικά, παρά τις άσχημες καιρικές συνθήκες (ασταμάτητη βροχόπτωση), δείχνοντας αυταπάρνηση και ηρωισμό, ο Ελληνικός Στρατός κατάφερε να καταλάβει την πόλη. Στη μάχη αυτή τεράστια ήταν η συμβολή του 9ου Τάγματος Ευζώνων της VI Μεραρχίας, υπό τον Αντισυνταγματάρχη Κ. Παπαδόπουλο. Ο επόμενος και μεγάλος Αντικειμενικός Σκοπός ήταν η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, η Θεσσαλονίκη.

Θεσσαλονίκη ή Μοναστήρι;

Από τις 12 Οκτωβρίου ήδη, ο Κωνσταντίνος βρισκόταν σε δίλημμα. Θα έπρεπε να συνεχίσει την πορεία του προς τον βορρά και να κατευθυνθεί στο Μοναστήρι (σημερινή Μπίτολα της FYROM), όπου εκείνη την  εποχή υπήρχε μεγάλη και πλούσια ελληνική κοινότητα; Οι μεγαλύτεροι έμποροι ήταν Έλληνες. Είναι χαρακτηριστικό ότι ακόμα και οι Σλάβοι και Σλαβομακεδόνες κάτοικοι της πόλης μιλούσαν ελληνικά. Ή θα έπρεπε να κατευθυνθεί προς τη Θεσσαλονίκη και να καταλάβει την πόλη, όχι μόνο για εθνικούς λόγους αλλά και για στρατιωτικούς, καθώς το λιμάνι της θα πρόσφερε μεγάλη βοήθεια στον ανεφοδιασμό του στρατού;

Ο Βενιζέλος είχε δώσει προφορικές οδηγίες στον Κωνσταντίνο να κατευθυνθεί προς τη Θεσσαλονίκη. (Οι πληροφορίες του Βενιζέλου προερχόταν από τον Άγγλο πρεσβευτή γνωστής Βαλκανικής χώρας όπου πληροφόρησε το Βενιζέλο ότι οι βούλγαροι κινούνται προς κατάληψη της Θεσσαλονίκης, και ενώ το αρχικό σχέδιο προέβλεπε προέλαση προς κατάληψη του Μοναστηρίου, με δυσπιστία ο Αρχιστράτηγος άλλαξε την εκτέλεση του μέχρις ότου βεβαιώθηκε για το σκοπό της αλλαγής και σύντομα προέλασαν προς κατάληψη της Θεσσαλονίκης) Ο Κωνσταντίνος, διαπιστώνοντας ότι μεγάλο μέρος του τουρκικού στρατού κατευθυνόταν προς τη Βέροια, συμπέρανε ότι οποιαδήποτε κίνηση προς το Μοναστήρι (προς το οποίο παρεμπιπτόντως κινούνταν ήδη οι Σέρβοι) θα ήταν άκρως επικίνδυνη. Έτσι έδωσε εντολή για κίνηση προς Θεσσαλονίκη. Ο Βενιζέλος έβλεπε ότι οι Βούλγαροι σημείωναν σημαντικές επιτυχίες στη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία, με σκοπό να προλάβουν να μπουν πρώτοι στη «νύμφη του Θερμαϊκού».

Η τελική πορεία προς τη Θεσσαλονίκη

Μετά την κατάληψη των Γιαννιτσών, όπως είδαμε, αποφασίστηκε τελικά η πορεία προς Θεσσαλονίκη. Η πορεία αυτή δεν ήταν καθόλου εύκολη. Μετά την ήττα που υπέστησαν οι Τούρκοι, στα Γιαννιτσά κατέστρεψαν τις γέφυρες του Αξιού. Οι καιρικές συνθήκες ήταν άθλιες. Παράλληλα, υπήρχε πρόβλημα στην τροφοδοσία του στρατού, με χαρακτηριστικότερο εκείνο της III Μεραρχίας, της οποίας οι στρατιώτες στασίασαν ζητώντας «ψωμί-ψωμί». Αναγκάστηκε ο ίδιος ο Κωνσταντίνος να μεταβεί εκεί όπου στάθμευε η Μεραρχία και να δοθεί εντολή για άμεση τροφοδοσία των ανδρών της.

Στις 25 Οκτωβρίου το ελληνικό στρατηγείο είχε εγκατασταθεί στο Τοψίν (σημερινή Γέφυρα), 25 χλμ. βορειοδυτικά της Θεσσαλονίκης. Στη συμπρωτεύουσα δεν υπήρχαν πολλές στρατιωτικές δυνάμεις από την πλευρά των Τούρκων, καθώς είχαν μετακινηθεί, όπως αναφέραμε, προς τα Γιαννιτσά. Στις 18/10 ο Ν. Βότσης, με ένα μικρό πολεμικό πλοίο, μπήκε στο λιμάνι της πόλης και τορπίλισε το τουρκικό καταδρομικό «Φεχτή-Μπουλέν», προκαλώντας πανικό στους Τούρκους.

Ήταν πλέον φανερό ότι η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης ήταν θέμα χρόνου. Πραγματικά, οι πρόξενοι των μεγάλων δυνάμεων στην πόλη παρενέβησαν για να ξεκινήσουν διαπραγματεύσεις για την παράδοση της τουρκικής φρουράς. Αρχικά ο Τούρκος αρχιστράτηγος Χασίν Ταξίν πασάς ήταν αδιάλλακτος, αργότερα όμως μεταπείσθηκε.
Στις 25/10 οι πρόξενοι Γαλλίας, Γερμανίας, Μ. Βρετανίας και Αυστροουγγαρίας στη Θεσσαλονίκη, καθώς και ο φρούραρχος της πόλης Σεφίκ Πασάς μετέφεραν στον Κωνσταντίνο τις τουρκικές «προτάσεις» για παράδοση της πόλης. Αυτός αρνήθηκε, θεωρώντας υπερβολικές τις τουρκικές αξιώσεις. Τελικά, μετά από σκληρές διαπραγματεύσεις, ο Ταξίν πασάς υποχώρησε και το απόγευμα της 26ης Οκτωβρίου έστειλε μήνυμα στον Κωνσταντίνο ότι αποδεχόταν τους όρους του για παράδοση της πόλης.

Ο Κωνσταντίνος ενημέρωσε τηλεγραφικά τον βασιλιά Γεώργιο και τον Βενιζέλο, όπως και τον επικεφαλής των βουλγαρικών δυνάμεων, οι οποίες βρίσκονταν στο χωριό Άγιοι Απόστολοι, 32 χλμ. μακριά από τη Θεσσαλονίκη.

Στις 26 Οκτωβρίου 1912 ο Τούρκος αρχιστράτηγος του ελληνικού μετώπου Ταξίν Πασάς παρέδωσε τη Θεσσαλονίκη στους απεσταλμένους του Κωνσταντίνου Βίκτωρα Δούσμανη και Ιωάννη Μεταξά. Ο στρατηγός Π. Δαγκλής εγκαταστάθηκε στο Διοικητήριο, ενώ ο λοχαγός Εξαδάκτυλος με τον Ίωνα Δραγούμη, ύψωσαν στο ελληνικό προξενείο στην παραλία, την Ελληνική σημαία.

Στις 29 Οκτωβρίου έφτασε στην πρωτεύουσα της Μακεδονίας ο βασιλιάς Γεώργιος. Αποδόθηκαν τιμές από τους άνδρες της II Μεραρχίας, χαιρετισμοί με 21 κανονιοβολισμούς, ενώ υψώθηκε για πρώτη φορά η ελληνική σημαία στον Λευκό Πύργο. Τα όνειρα, οι κόποι και οι θυσίες πολλών δεκαετιών είχαν αρχίσει να γίνονται πραγματικότητα και να δικαιώνονται…

Νικόλαος Λουκάς
Υποστράτηγος (ΤΘ) εα.- Θεολόγος






26 Οκτωβρίου 1912: Η απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και η σύγκρουση Βενιζέλου-Κωνσταντίνου